Β. Θεοδωρόπουλος: «Η γυναίκα είναι ο βράχος που ακουμπούν όλοι πάνω της»

Ο «Κοινός λόγος», οι μαρτυρίες ανώνυμων γυναικών που είχε συγκεντρώσει η Έλλη Παπαδημητρίου (1906-1993), αποκτούν και πάλι θεατρική φωνή, μέσα από την ανανεωμένη σκηνοθετική οπτική του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Από τον Πόντο, μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ο λόγος των ανώνυμων γυναικών που βρέθηκαν ανάμεσα στις Συμπληγάδες της Ιστορίας, σκιαγραφεί το πορτρέτο της νεότερης Ελλάδας, χωρίς ωραιοποιήσεις.

Το μουσικό ψηφιδωτό της παράστασης υποστηρίζει τις ερμηνείες των Λυδίας Κονιόρδου, Ελένης Κοκκίδου, Μαρίας Κατσανδρή, Ελένης Ουζουνίδου και Τάνιας Παλαιολόγου. Ο «Κοινός λόγος» είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το 1997 από το Θέατρο του Νέου Κόσμου και είχε συναντήσει την ενθουσιώδη υποδοχή των κριτικών και του κοινού. Τώρα ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ανεβάζει την παράσταση στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών, στις 19 και 20 Ιουνίου (Πειραιώς 260), επιχειρώντας μια νέα ανάγνωση αυτών των κειμένων που αποτελούν το απόσταγμα της ελληνικής ψυχής. To επόμενο διάστημα η παράσταση θα περιοδεύσει στα σημαντικότερα φεστιβάλ.

Ήταν πράγματι μια από τις πρώτες παραστάσεις μας, όταν ακόμα το κτήριο ήταν μια αποθήκη του Φιξ και δεν είχε διαμορφωθεί ως θέατρο. Ανεβάσαμε την παράσταση στην αυλή που υπήρχε με φυσικό σκηνικό τα χαλάσματα του χώρου. Αργότερα φτιάχτηκε το θέατρο –με ιδιαίτερες προδιαγραφές- αφού είναι διατηρητέο κτίσμα του τέλους του 19ου αιώνα και παίχτηκε και εκεί. Επανέρχομαι σε αυτό το έργο, γιατί εκτός του ότι είναι πολύ δυνατό κείμενο, ανήκει στα πράγματα που αγαπάω ιδιαίτερα. Έχω μια προσωπική σχέση με αυτά τα κείμενα, με τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου, από την εποχή που ήμουν φοιτητής σε δραματική σχολή και εργαζόμουν στις εκδόσεις Κέδρος. Τότε μπαινόβγαιναν από τον Ρίτσο και τον Βάρναλη, μέχρι τον Τάσο Λειβαδίτη και την Έλλη Παπαδημητρίου, με την οποία γίναμε φίλοι.

Ναι και μου είχε δώσει και τα δικαιώματα για να ανεβάσω τότε τα κείμενα. Μου έλεγε, ποια δικαιώματα, αφού άλλοι μιλούν, εγώ απλώς τα κατέγραψα. Η Έλλη ήταν ένα πολύ αυστηρό άτομο. Αυτό μέσα στην τότε νεανική μου ανεμελιά ήταν πολύτιμο, με έκανε να ξεκαθαρίσω και να καταλάβω καλύτερα κάποια πράγματα για τους ανθρώπους, για τους Έλληνες, μακριά από το φολκλόρ και την «τουριστική» αντιμετώπιση. Όταν την είχα συναντήσει για πρώτη φορά δεν είχα τότε καθόλου σκηνοθετικές βλέψεις αλλά της είχα επισημάνει ότι τα κείμενά της έχουν θεατρικές αρετές επειδή είναι καταγεγραμμένος προφορικός λόγος. Γενικότερα, θεωρείται μοναδική η καταγραφή της Έλλης Παπαδημητρίου γιατί κατάφερε να την εμπιστευτούν και να της μιλήσουν οι άνθρωποι με πολύ βαθύ και ουσιαστικό τρόπο. Στο βιβλίο φυσικά οι αφηγήσεις είναι και ανδρικές και γυναικείες.

Επέλεξα τη γυναικεία ματιά γιατί με ενδιέφερε- και τώρα στις πρόβες το ξαναβλέπω- το πώς η γυναίκα, η οποία φαίνεται ότι είναι στα μετόπισθεν, είναι ο βράχος που ακουμπούν όλοι πάνω της και να νιώθουν εμπιστοσύνη. Έχει μια δύναμη δηλαδή μοναδική. Στο πρώτο ανέβασμα του έργου ήταν μια παρέα γυναικών σε μια αυλή. Οι ηρωίδες ξεδίπλωναν τις ιστορίες τους όταν κάθονταν τα απογεύματα και έπιναν τον καφέ τους. Ωστόσο έχουν περάσει 16 χρόνια από τις πρώτες παραστάσεις του «Κοινού λόγου» και τώρα υπάρχει μια μικρή μετακίνηση που την είχα κι εγώ ανάγκη. Μπορεί να παραμένουν τα ίδια προβλήματα, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν αλλάζει, όμως όλοι μας προχωράμε και σε αυτή τη δουλειά που κάνουμε, δεν θα είχε ενδιαφέρον η απλή επανάληψη εκείνης της παράστασης-παρότι είχε γραφτεί τότε ότι ήταν πολύ δυνατή. Το γεγονός ότι επιλέγω άλλους ηθοποιούς συνεισφέρει στη νέα οπτική γιατί δεν έχει νόημα από καλλιτεχνική άποψη να μιμηθούν οι νέοι ηθοποιοί τους προηγούμενους. Πάντα με ενδιαφέρει η προσωπικότητα του ηθοποιού και το τι κουβαλάει ο ίδιος, γιατί ο ρόλος που ενσαρκώνει έχει να κάνει και με ένα δικό του κομμάτι.

Παραμένει λιτή. Πάντα με ενδιέφερε το «χειροποίητο» θέατρο και εδώ η λιτότητα ταιριάζει ακόμα περισσότερο.

Νομίζω ότι τώρα δημιουργείται μια μεγαλύτερη σχέση με το κοινό. Καταρχάς άλλαξε ο χώρος, τώρα τα πρόσωπα κινούνται μπροστά από ένα ζωντανό μνημείο, έναν τοίχο με φωτογραφίες. Ζήτησα από το σκηνογράφο μας, τον Αντώνη Δαγκλίδη ένα ιδιαίτερο μνημείο με φωτογραφίες ανθρώπων που έχουν φύγει για διάφορους λόγους στη διαδρομή του 20ού αιώνα. Κι αυτό γιατί τα κείμενα μιλούν ουσιαστικά για όλες τις μεγάλες στιγμές του 20ού αιώνα. Το σκηνικό είναι ένα μνημείο καρδιάς φτιαγμένο από όσους έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους. Και νομίζω –ότι εκτός από την αλήθεια των κειμένων του «Κοινού λόγου»- το σκηνικό υπενθυμίζει-πως δυστυχώς δεν ξεπερνιούνται τα θέματα της προσφυγιάς και των πολέμων αλλά βρίσκονται γύρω μας, τα ζούμε με άλλον τρόπο.

Μετανάστης είναι κάποιος, ακόμη κι αν πάει ως γιατρός στο Εδιμβούργο. Φυσικά είναι πιο βάρβαρες οι συνθήκες εργασίας αν είσαι εργάτης σε ανθρακωρυχείο, είναι πολύ πιο άγριο και για την υγεία το να δουλεύεις στις συνθήκες που δούλευαν οι άνθρωποι μετά τον πόλεμο ή στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν τα μεταναστευτικά κύματα έφταναν στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Γερμανία κ.λ.π.

Το θέμα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς δυστυχώς είναι προαιώνιο. Οι άνθρωποι είναι λίγο σαν τα μεταναστευτικά πουλιά. Έχουν δηλαδή την ανάγκη να αλλάζουν τόπο διαμονής όπως τα πουλιά ταξιδεύουν για να αναζητήσουν τροφή. Αυτό δεν έχει αλλάξει, μπορεί να έχουν αλλάξει οι όροι και τα μέσα- αλλά οι λόγοι που οδηγούνται οι άνθρωποι στη ξενιτιά παραμένουν οι ίδιοι, εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Είναι πολύ έντονες οι εικόνες γιατί προέρχομαι από προσφυγικές οικογένειες. Η μητέρα μου κατάγεται από τη Σμύρνη και ο πατέρας μου από την Κωνσταντινούπολη. Καθώς περνούν τα χρόνια, παρατηρώ ακόμη σε ανθρώπους δεύτερης γενιάς που μπορεί να μην είχαν καμία απολύτως σχέση με αυτούς τους τόπους-να μην έχουν πάει καν ταξίδι εκεί-ότι προκύπτει μια βαθύτερη ανάγκη να μάθουν, να ακούσουν. Μπορεί να είναι η νοσταλγία ή-ειδικά στις μεγάλες πόλεις-μας τραβούν τα πιο μικρά πράγματα πέρα από το χάος μιας μεγάλης πόλης. Βεβαίως ανήκω σε όσους αγαπούν την Αθήνα, αλλιώς θα είχα φύγει. Έχω λοιπόν προσωπικά βιώματα σε σχέση με αυτά τα κείμενα. Μεγάλωσα στα σύνορα Ιλισίων και Καισαριανής, με τους συγγενείς μου να βρίσκονται και στις δύο περιοχές. Κι έχω ζήσει όταν ήμουν μέσα σε αυτές τις αυλές, όπου συζητούσαν οι γυναίκες τη δεκαετία του ’60. Τα κείμενα με αγγίζουν τόσο από την ανθρώπινη, όσο και από την ιδεολογική πλευρά.
Είναι τόσο ισχυρά αυτά κείμενα που παύουν να είναι προσωπικές ιστορίες-γι’ αυτό και λέγεται «Κοινός λόγος»-ακουμπούν την καρδιά του αναγνώστη ή του θεατή. Η παράσταση έχει δοκιμαστεί μέχρι και στα Άδανα της Τουρκίας κι ήταν συγκλονιστικό το πώς την παρακολουθούσε ο κόσμος, ενώ είχε παιχτεί χωρίς μετάφραση. Πόσο περισσότερο λοιπόν μπορεί να μας αγγίξει αφού επικοινωνούμε και με τον λόγο των γυναικών. Είναι σημαντικό το πώς βιώνουν και επεξεργάζονται τις μνήμες τους μετατρέποντάς τις σε μνημείο για τους ανθρώπους που έχουν χάσει. Εκεί συναντώνται με τον Όμηρο-εννοώ με την Ιστορία του αφηγηματικού λόγου- και με τους παραμυθάδες –αφηγητές. Παράλληλα η παράστασή μας συνδέεται οργανικά με τη μουσική και το χορό. Μάλιστα είμαι σε μια διαδικασία να προσθέσω κι ένα ακόμη κείμενο, μια αφήγηση από τον Πόντο.

click@life

Advertisements

Συντάκτης: valiαmixael

Είμαι η Βάλια Μιχαήλ Έχω ασχοληθεί με την εκπαίδευση, την δημοσιογραφία και την συγγραφή βιβλίων. Έχω γράψει πάρα πολλά άρθρα για τα προβλήματα της καθημερινότητας αλλά και τον πολιτισμό, την υγεία, την παιδεία, την οικολογία κ.λ.π., σε εφημερίδες που έχω συνεργαστεί. Τα τελευταία χρόνια εκφράζομαι μέσα από την ηλεκτρονική μου ιστοσελίδα neaonline (http://neaonlinedotcom1.wordpress) μία σελίδα επίκαιρης και ενδιαφέρουσας ύλης. Στην νέα μου ιστοσελίδα https://valimixael.wordpress.com BOOK THERAPY αναρτώ θέματα για βιβλιόφιλους όπως νέες εκδόσεις, εκδηλώσεις για βιβλία, συμβουλές για νέους συγγραφείς, αλλά και τα νέα μου βιβλία. Εάν έχετε facebook ή twitter ή google θα δείτε τις αναρτήσεις μου εύκολα στις σελίδες αυτές αφού πρώτα συνδεθείτε. Μπορείτε να μου στείλετε email στο valiamixael@gmail.com.